Ζούμε μέσα σ’ ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Οι πόλεις μας – και όχι μόνο αυτές -εξαπλώνονται με τρομερούς και ανεξέλεγκτους ρυθμούς, που μεταβάλλουν με ταχύτητα, την εικόνα του δομημένου περιβάλλοντος . Η χώρα μας πάσχει, από πολλές προβληματικές περιοχές, που αναζητούν ή αναζήτησαν κατά το παρελθόν αστική ανανέωση και ανάπλαση. Προβλήματα που έχουν άμεση σχέση, με την στέγαση και την ανεπαρκή αστική αναγέννηση. Είναι σαφές ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη, για καλύτερες και κοινωνικά αποδεκτές συνθήκες διαβίωσης, που να προσφέρουν ασφάλεια, καθαριότητα, άνεση, πολιτισμό. Με άλλα λόγια βιώσιμη ανάπτυξη.
Όλες οι λεγόμενες «χωρικές μεταβολές» εκπορεύονται και εξαρτώνται, από τις επιλογές του συστήματος εξουσίας, που πυροδοτούν ιδιωτικές πρωτοβουλίες, οι οποίες αγνοούν και παραγκωνίζουν τις σχέσεις ισορροπίας, που πρέπει να έχουν με το «δημόσιο συμφέρον».
Είναι αρκετά χρόνια τώρα που ακούμε συχνά, ότι το τρίπτυχο «περιβάλλον – πολιτισμός – τουρισμός», αποτελεί τη βάση της αναπτυξιακής μας στρατηγικής. Το περίεργο αλλά συνάμα και τραγικό ζήτημα όμως, είναι ότι αυτό το «τρίπτυχο» κατ’ ουσίαν αποτέλεσε και αποτελεί, στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση της ανάπτυξης της χώρας, μόνο σύνθημα, μόνο λόγια.
Μελετώντας την ιστορική διαδρομή, των αναπτυξιακών πολιτικών της μεταπολεμικής περιόδου στη Ελλάδα, θα διαπιστώσουμε ότι στο σύνολο τους οι σχεδιαζόμενοι προγραμματισμοί, καταλήγουν σ’ ένα στενό κύκλο περίεργων σχέσεων του λεγόμενου πολιτικού και επιχειρηματικού κατεστημένου.
Ήδη από τη δεκαετία του ΄60, οι ολοένα αυξανόμενες τάσεις κυριαρχίας του ανθρώπινου παράγοντα ανέτρεψαν τη θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό και το δομημένο περιβάλλον, που με σοφία είχε δημιουργηθεί διαμέσου μιας μακρόχρονης παράδοσης , οικιστικής και μη, και σταδιακά το οδήγησαν σε φαινόμενα περιβαλλοντικής υποβάθμισης.
Το φαινόμενο αυτό έγινε πιο έντονο κατά την τελευταία 25ετία. Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 και μετά σε πολλά νησιά κυρίως αλλά και στην ενδοχώρα διακρίνεται η ζοφερή προοπτική, απόρροια της μανίας που επικράτησε για τουριστική εκμετάλλευση και οικοπεδοποίηση του ευαίσθητου χώρου αυτών. Η ραγδαία τουριστική ανάπτυξη έφερε πλούτο που επενδύθηκε κατά κύριο λόγο στην παραγωγή δεύτερης κατοικίας. Το φαινόμενο αυτό συνοδεύτηκε με εκτεταμένη και άναρχη οικοπεδοποίηση και κακής ποιότητας, χωρίς κανόνες, δόμηση.
Αυτή η μορφή της ανάπτυξης που ακολουθήθηκε για μακρά περίοδο , οδήγησε στην εγκατάλειψη, ερήμωση και υποβάθμιση, από τη μία μεριά ολόκληρων περιοχών και οικισμών, που είχαν δημιουργηθεί στην ιστορική πορεία του Ελληνισμού, και από την άλλη στην υπερσυγκέντρωση πληθυσμού και παραγωγικών δομών, σε περιορισμένα αστικά κέντρα, με κυρίαρχο την Αθήνα.
Το φαινόμενο αυτό που, από την μια έχουμε ανεξέλεγκτη ποσοτική μεγέθυνση και συσσώρευση και από την άλλη απουσία ζωής και παραγωγικής δράσης, διαμόρφωσε ένα μοναδικό, ελλειμματικό και ανισόρροπο μοντέλο, όπου και στα δύο σκέλη έδρασε καταστρεπτικά.
Νόμος Χανίων
Σήμερα είμαστε παρατηρητές και ταυτόχρονα δημιουργοί μιας τραγικής εικόνας, που καθημερινά εξακολουθεί να συμπληρώνεται, από την επιτάχυνση της καταστρεπτικής και ανισόρροπης αναπτυξιακής λαίλαπας. Η ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση επεκτείνεται σ’ όλο τον εξωοικιστικό χώρο, ενσωματώνοντας άλλους οικιστικούς πυρήνες, όπου προϋπήρχαν, καταλαμβάνοντας όλο τον ευρύτερο χώρο από χρήσεις και δραστηριότητες, χωρίς να υπάρχει συνολικό πλαίσιο σχεδιασμού, χωρίς γενική κατεύθυνση και οργάνωση, με συνέπεια τη συρρίκνωση του ελεύθερου χώρου, του πρασίνου και της γεωργικής γης. Το τσιμέντο επεκτάθηκε αλόγιστα παντού, αναρριχήθηκε στους ορεινούς όγκους και κατέβηκε στις ακτές και στις θάλασσες. Όλο αυτό ονομάστηκε «ανάπτυξη» και «αξιοποίηση», ενώ ήταν μια πρωτοφανής λεηλασία του ελληνικού τοπίου.
Στον τόπο μας η έλλειψη χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και θεσμοθέτησης περιβαλλοντικών κανόνων οδήγησε στην ανάλωση φυσικών πόρων απαράμιλλης αισθητικής και περιβαλλοντικής αξίας ή ακόμα χειρότερα σε μη αναστρέψιμη οικολογική καταστροφή, όπως αυτή των τελευταίων ημερών που η χώρα απ' άκρου εις άκρον πυρπολήθηκε με ευθύνη της επίσημης ανοχύρωτης πολιτείας.
Ιδιαίτερα η τελευταία εικοσαετία υπήρξε η περίοδος που αυξήθηκε θεαματικά το κατά κεφαλήν εισόδημα μέσω του τουρισμού. Κατά γενική παραδοχή, στις μέρες μας τα νησιά πρώτης τουριστικής ταχύτητας όπως η Κρήτη έχουν φτάσει στο μέγιστο όριο της φέρουσας οικιστικής τους ικανότητας. Η τουριστική έκρηξη πλημμύρισε τόσο την ενδοχώρα όσο και την παράκτια ζώνη με κτίσματα ενιαίας και απρόσωπης αρχιτεκτονικής που ξεφύτρωσαν βιαστικά προκειμένου να εξυπηρετήσουν την αυξανόμενη τουριστική ζήτηση. Εξαίρετοι αρχιτεκτονικά οικισμοί αλλοιώθηκαν και το τοπίο υπέστη μη αναστρέψιμη καταστροφή. Περιοχές οικοδομήθηκαν μαζικά και ομοιόμορφα, αρχής γενομένης από τις παράκτιες ζώνες, η περίπτωση του Πλατανιά είναι χαρακτηριστική, ενώ το πρόβλημα γίνεται ολοένα πιο έντονο στην ενδοχώρα με την ευρύτερη περιοχή του Αποκώρωνα να αποτελεί τρανταχτή απόδειξη του προβλήματος.
Έννοιες πανάρχαιες, όπως κτήμα, αμπέλι, χωράφι, βοσκότοπος, έχουν αντικατασταθεί από τη μαγική έννοια «οικόπεδο», ενώ το κύριο αίτιο της καταστροφής, οι παραθεριστικές κατοικίες, που επιχειρείται να νομιμοποιηθούν στα πλαίσια του υπό διαβούλευση ειδικού χωροταξικού σχεδιασμού για τον τουρισμό, καταλαμβάνουν με ραγδαίους ρυθμούς τους εναπομείναντες ελεύθερους χώρους. Ποιο θα είναι, λοιπόν, το τουριστικό προϊόν που θα προσφέρεται στο άμεσο μέλλον στο υπερδομημένο περιβάλλον του τόπου μας;
Δυστυχώς, η οργανωμένη πολιτεία παραμένει άβουλη και η αδράνεια είναι η μόνη της δράση. Η οργανωμένη αντίδραση συγκεκριμένων συμφερόντων ,στη σκέψη και μόνο της θεσμοθέτησης χωροταξικού σχεδίου, οδηγούν τις φοβισμένες τοπικές εξουσίες σε ακινησία. Σαφώς την κύρια ευθύνη έχει η κεντρική πολιτεία, αλλά εξίσου ευθύνονται οι τοπικές κοινωνίες.
Ο τουρισμός τείνει να αποτελέσει πλέον για τον Νομό Χανίων την μονοσήμαντη πηγή πλούτου. Ο σύντομος χρόνος απόκτησης εισοδήματος έγινε ελκυστικός παράγοντας για τους πολίτες που η ενασχόλησή τους στο παρελθόν ήταν προσανατολισμένη και σε άλλους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας όπως η γεωργία, η κτηνοτροφία, η μελισσοκομεία, η αλιεία.
Η σωστή διαχείριση του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος αποτελεί πλέον προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη αειφόρο ανάπτυξη. Σήμερα η αποκατάσταση της χαμένης ισορροπίας του φυσικού με το ιστορικά δομημένο περιβάλλον είναι δύσκολη, δεν είναι όμως ακόμα ακατόρθωτη. Απαιτούνται αποφάσεις που θα διαμορφώσουν μια νέα πολιτική προκειμένου να ανατραπεί η οριστική αλλοίωση του τοπίου της ενδοχώρας που θα επιτρέψει τη διατήρηση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας της σε βάθος χρόνου
Η καταστροφή που απειλεί ίσως δεν είναι άλλη από την ανεξέλεγκτη και χωρίς συγκεκριμένους όρους εκτός σχεδίου δόμηση! Συνεπώς, πρέπει -έστω στο παρά πέντε- να χωροθετηθούν με φειδώ, στο πλαίσιο του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, οι περιοχές μελλοντικών επεκτάσεων των οικισμών και ίσως οι ίδιοι υπάρχοντες οικισμοί, να διαφυλαχθεί το τοπίο που τους περιβάλλει και να υπάρξει καθορισμός των αδόμητων χώρων.
Υπ' αυτήν την έννοια τα πρόσφατα εξαγγελθέντα ειδικά χωροταξικά σχέδια του ΥΠΕΧΩΔΕ για τον Τουρισμό ,τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τη βιομηχανία, ενώ αποτελούν βασική επιδίωξη και απαραίτητο εργαλείο για τον ορθολογικό και πολεοδομικό σχεδιασμό της χώρας, προηγούνται αντί να έπονται του γενικού χωροταξικού της χώρας μας και παρουσιάζουν αδυναμίες που ως Τεχνικό Επιμελητήριο έχουμε κατά καιρούς επισημάνει.
Θεωρούμε ως δεδομένη τη σπουδαιότητα τους και η πρωτοβουλία του ΥΠΕΧΩΔΕ για την ενεργοποίηση του χωροταξικού σχεδιασμού, με την προώθηση ομάδας Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης ανταποκρίνεται σε πάγια αιτήματα του ΤΕΕ και είναι ασφαλώς θετική. Ωστόσο αυτό γίνεται αποσπασματικά και ασύνδετα με την προώθηση Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων χωρίς να έχει συνταχθεί το Γενικό Χωροταξικό Χώρας.
Χρέος μας σαν Τεχνικό Επιμελητήριο αλλά είναι να συμμετέχουμε σε αυτήν την διαδικασία της διαβούλευσης με συγκεκριμένες απόψεις και θέσεις για μια σειρά από θέματα που σαν μηχανικοί και σαν Τεχνικό Επιμελητήριο ερχόμαστε αντιμέτωποι.
Σαν τέτοια μπορεί να θεωρηθούν τα παρακάτω .
-Η αναχαίτιση της υπερδόμησης τόσο της ενδοχώρας όσο και της παράκτιας ζώνης- στο βαθμό που αυτό πλέον είναι δυνατό- έτσι ώστε να διατηρηθεί η φυσιογνωμία αυτών.
- H Προστασία του Φυσικού Περιβάλλοντος και η Προώθηση της Βιώσιμης Ανάπτυξης
-Ο προσδιορισμός μέσω χωροταξικού σχεδιασμού των δράσεων που ακόμα μπορούν να προστεθούν στη μικρό-κλίμακα μιας περιοχής όπως είναι ο Νόμος Χανίων.
-Ο προσδιορισμό της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής για τουριστική, οικοδομική και ενδεχομένως ενεργειακή εκμετάλλευση.
-Η Ανάπτυξη και Υποστήριξη των Ήπιων και Εναλλακτικών μορφών Τουρισμού με παράλληλη αναβάθμιση του μαζικού τουρισμού
- Μια γενική κατεύθυνση προς τα ΓΠΣ-ΣΧΟΟΑΠ να ορίζουν απαγόρευση δόμησης για βιομηχανίες στα εκτός σχεδίου παράκτια μέτωπα κάθε ΟΤΑ, εκτός αν προβλέπεται από υποκείμενο Χωροταξικό Σχεδιασμό και δεν ακυρώνει άλλες αναπτυξιακες δραστηριότητες.
-Η εκπόνηση ειδικών προγραμμάτων για τη διατήρηση του πρωτογενούς τομέα -γεωργία, κτηνοτροφία- και καθετοποίηση των προϊόντων τους.
-Η Παραγωγή Πιστοποιημένων Προϊόντων Ποιότητας σε όλους τους τομείς
-Η Προώθηση και Μεταποίηση Προϊόντων του Πρωτογενή Τομέα και η σύνδεσή τους με τους υπόλοιπους τομείς
Υποχρεούμαστε ως μηχανικοί και ειδικότερα ως Τεχνικό Επιμελητήριο, με τον ιδιαίτερο ρόλο που έχουμε σαν θεσμοθετημένος σύμβουλος της Πολιτείας, να αναδεικνύουμε τις παραμέτρους και τους προβληματισμούς εκείνους, έτσι ώστε η κοινωνία δυναμικά να προτάσσει το συλλογικό συμφέρον έναντι του πρόσκαιρου ατομικού. Βασική μας στόχευση θα πρέπει να είναι ανάδειξη του συνόλου των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του νησιού, που είναι εκτός της ιστορίας, το φυσικό περιβάλλον, η ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων, η Κρητική κουζίνα, και ο πολιτισμός ώστε να μπουν οι βάσεις για την ορθολογική ανάπτυξη κάθε περιοχής, αμβλύνοντας τις ανταγωνιστικές τάσεις και εξαλείφοντας τις τοπικές αντιθέσεις.
Πριν να είναι αργά, οφείλουμε να προσδιορίσουμε το καινούριο όραμα που θα δώσει μια ώθηση πραγματικής και ουσιαστικής ανάπτυξης στο νησί μας και στο νομό μας.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου